Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 

Α. Γενικά χαρακτηριστικά

Ο Επιτάφιος Θρήνος, γνωστός και ως τα εγκώμια ή μεγαλυνάρια του Όρθρου του Μεγάλου

Σαββάτου, αποτελείται από μία μακρά σειρά προσόμοιων τροπαρίων σε τρεις στάσεις, τα

οποία συμψάλλονταν αρχικά με τους στίχους του ριη΄ ψαλμού. Ο εν λόγω ψαλμός

ονομάζεται και Άμωμος από τον πρώτο στίχο του, και αποτελεί  το ιζ΄ κάθισμα του Ψαλτηρίου, το οποίο

στιχολογείται, σύμφωνα με τη μοναστική βυζαντινή

λειτουργική παράδοση, κατά τον Όρθρο του Σαββάτου.

Η  ονομασία  αυτού  του  ύμνου  είναι  από  τα  ζητήματα  που  έχουν απασχολήσει τους μελετητές της βυζαντινής υμνογραφίας.

Η ονομασία «ἐγκώμια» απαντάται στο έντυπο Τριώδιο και δεν δικαιολογείται από τη χειρόγραφη παράδοση.

Ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης σωστά παρατήρησε ότι τα εγκώμια απευθύνονται στους ανθρώπους και όχι στο Θεό, στον οποίο αναπέμπονται ύμνοι. Η ονομασία «ἐπιτάφιος» απαντάται

στο χειρόγραφο Τυπικό του κώδικα 92 της βιβλιοθήκης της Μεγίστης Λαύρας του 15ου  αιώνα .  Οι  ονομασίες  «μακαρώνεια»  και «μακαριστάρια»,  οι  οποίες συσχετίζονται με τον πρώτο στίχο του Αμώμου, απαντώνται στα εγκώμια της Θεοτόκου και των αγίων. Η ονομασία «μεγαλυνάρια» απαντάται στη συντριπτική πλειονότητα των χειρογράφων. Στο σύνταγμα Δημητρίου μοναχού στο Τυπικό του 15ου αιώνα τα τροπάρια αυτά επιγράφονται «μεγαλυνάρια εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν», ενώ στο Σιναϊτικό κώδικα 1098 του έτους 1392 ονομάζονται «ἐπιτάφια μεγαλυνάρια».

Ο όρος «μεγαλυνάρια» υπήρξε, πιθανότατα, η αρχική ονομασία της υμνογραφικής αυτής σύνθεσης, ενώ οι όροι «ἐγκώμια», «μακαρώνεια» και «μακαριστάρια»  εμφανίστηκαν  μεταγενέστερα,  πιθανώς όταν το είδος επεκτάθηκε σε άλλες υμνογραφικές περιοχές, δηλαδή στην υμνογραφία της Θεοτόκου και των αγίων. Η ευρέως διαδεδομένη ονομασία «’Επιτάφιος Θρῆνος», με τηνοποία είναι γνωστός σήμερα ο ύμνος, συσχετίζεται προφανώς με την αυξανόμενη έμφαση στο θέμα του θρήνου της Θεοτόκου που παρατηρείται στην υμνογραφία και την ομιλητική της μεσοβυζαντινής και υστεροβυζαντινής περιόδου, αλλά και με το ομώνυμο εικονογραφικό θέμα.

Τα εγκώμια ψέλνονται σε τρεις στάσεις:

Η πρώτη στάση αρχίζει:

«Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην».

Η δεύτερη: «Άξιον εστί, μεγαλύνειν Σε τον Ζωοδότην, τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείνοντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού».

Η τρίτη: «Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι, Χριστέ μου».

Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης τα κείμενα έχουν συντεθεί σύμφωνα με τη ρυθμοτονική της βυζαντινής υμνογραφίας, όπου πους είναι η λέξη και οι κανόνες της ομοτονίας και ισοσυλλαβίας έρχονται σε δεύτερη μοίρα προ της μουσικής τονής.

Από λογοτεχνική πλευρά ο Επιτάφιος θρήνος «έχει μια απόλυτη ηθική και αισθητική αυτάρκεια». Σε όλη την έκταση των ποιητικών κειμένων δεσπόζουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετα στοιχεία: ο δραματικός λόγος και το θριαμβευτικό στοιχείο, η θνητότητα και η αθανασία, η λύπη και η χαρά, ο πόνος του Σταυρού, αλλά και ο θρίαμβος της Αναστάσεως.

Μεταξύ του Επιταφίου θρήνου και των άλλων θρηνωδών ασμάτων υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Επιτάφιος θρήνος, αν και γράφτηκε για να υμνήσει το νεκρό Χριστό, δεν καταλήγει σε απόγνωση, γιατί προβάλλει περισσότερο το θρίαμβο της ζωής, που συμβολίζει το ανέσπερο Φως της Αναστάσεως. Περιέχει τον οραματισμό ενός αισίου τέρματος προς το οποίο οδηγούν τα πολλά αναστάσιμα προανακρούσματα. Παντού διατυπώνεται μια έννοια προσωρινότητας στην ταφή του Χριστού και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, ενώ οι στόχοι των εγκωμίων είναι θρηνητικοί, προεορτάζεται η Ανάσταση.

Όπως παρατηρεί δόκιμος συγγραφέας της Εκκλησιαστικής υμνολογίας «η θρησκευτική μέθεξη του ποιητή των εγκωμίων είναι ψυχική, ποτέ εγκεφαλική. Σε κάθε φράση του ο ποιητής των εγκωμίων εγκολπώνεται σύντομες και δόκιμες συνθέσεις πολλές φορές. Προχωρά στην καθαρτική δύναμη της ποιήσεως μαζί και της θρησκευτικής ζωής με τις διαμορφωμένες πεποιθήσεις του, με έξαρση απαλλαγμένη από κάθε σπασμωδικότητα και θορυβώδη έκρηξη».

Στα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής παρελαύνουν: η άψυχη και έμψυχη φύση, οι άγγελοι, οι άνθρωποι, οι προφήτες, τα πτηνά, τα ευγενή ζώα, τα αστέρια και άλλα δημιουργήματα του Θεού. Όλα συμπονούν και συμπάσχουν στο φρικτό θέαμα του ενταφιασμού της Ζωής, που είναι ο Κύριος της Δόξης.

Ο Θεάνθρωπος αναφέρεται εδώ ως ο πλέον όμορφος από όλους τους θνητούς. Βασιλιάς του παντός. Φως, που φωτίζει τον εξωτερικό και εσωτερικό μας κόσμο. Φιλάνθρωπος. Κριτής. Ζωοδότης. Εκείνος που κρατάει στην παλάμη του τη Γη. Αυτός που είναι η προσωποποίηση της ίδιας της ζωής. Η πλήρης έκφραση της ευγένειας και της ανθρωπιάς.

Επί πλέον ο Επιτάφιος θρήνος ενέπνευσε τη βυζαντινή αγιογραφία του 10ου αι. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι παραστάσεις του Επιταφίου σε λειτουργικά άμφια και κεντητούς επιταφίους.

Ο Επιτάφιος θρήνος είναι ένα ποιητικό ανθολόγιο γεμάτο ωραίες εικόνες και συγκινητικές εκφράσεις, που προκαλούν την άφατη θλίψη του πιστού για την πρόσκαιρη δύση του «μη δύοντος ηλίου». Ως εκ τούτου τα ποιητικά του αντίφωνα δεν είναι ψυχρά διανοητικά κατασκευάσματα, αλλά βιωματικές εκρήξεις και ξεχειλίσματα καρδιάς. Γι’ αυτό αγαπήθηκαν από το λαό μας, βρίσκονται διαρκώς στα χείλη του, κατανύσουν την ψυχή του και αποτελούν την καλύτερη προετοιμασία για την Ανάσταση του Χριστού, που είναι ταυτόχρονα και η Ανάσταση του ανθρώπου. Αποτελούν την τελειότερη έκφραση του σταυροαναστάσιμου χαρακτήρα της Μεγάλης Εβδομάδος.

Ο αριθμός και η σειρά των τροπαρίων του Επιταφίου παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία τόσο στα χειρόγραφα όσο και στις  έντυπες εκδόσεις. Στα έντυπα λειτουργικά βιβλία ο αριθμός των εγκωμίων είναι συνήθως  176, τόσοι όσοι οι στίχοι του Αμώμου. Στο τέλος της κάθε στάσης ψάλλονται το δοξαστικόν,  το θεοτοκίον και το πρώτο τροπάριον της κάθε στάσης (σύνολο 185 τροπάρια).

 

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

(Τὰ ἐγκώμια συνήθως δὲν ψάλλονται ὅλα, ἀλλὰ χάριν συντομίας παραλείπονται πολλὰ ἐξ αὐτῶν. Ἐνταῦθα γίνεται πλήρης παράθεσίς των).

 ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ἦχος πλ. α´.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ πῶς θνήσκεις; πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς; τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ, καὶ τοῦ ᾍδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷς.

Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου· δι᾿ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.

Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον, ἐκ μνημάτων τοὺς θανέντας ἀνιστῶν.

Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾍδῃ ἐλήλυθας; ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν;

Ὁ Δεσπότης πάντων, καθορᾶται νεκρός, καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται, ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας, καὶ ἐπήγασας τῷ Κόσμῳ τὴν ζωήν.

Μετὰ τῶν κακούργων, ὡς κακοῦργος Χριστέ, ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας, κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.

Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὡραΐσας τοῦ παντός.

ᾍδης πῶς ὑποίσει, Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν, καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος, ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλῃ ἐκτυφλωθείς;

Ἰησοῦ γλυκύ μοι, καὶ σωτήριον φῶς, τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ, κατακέκρυψαι; ὢ ἀφάτου, καὶ ἀῤῥήτου ἀνοχῆς!

Ἀπορεῖ καὶ φύσις, νοερὰ καὶ πληθύς, ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον, τῆς ἀφράστου καὶ ἀῤῥήτου σου ταφῆς.

Ὢ θαυμάτων ξένων! ὢ πραγμάτων καινῶν! ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται, κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ ἐν τάφῳ ἔδυς, καὶ τῶν κόλπων Χριστέ, τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας· τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.

Ἀληθὴς καὶ πόλου, καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς, εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι, ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.

Σοῦ τεθέντος τάφῳ, πλαστουργέτα Χριστέ, τὰ τοῦ ᾍδου ἐσαλεύθη θεμέλια, καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.

Ὁ τὴν γῆν κατέχων, τῇ δρακὶ νεκρωθείς, σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται, τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῇς ᾍδου συνοχῆς.

Ἐκ φθορᾶς ἀνέβης, ἡ ζωή μου Σωτήρ, σοῦ θανόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος, καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾍδου τοὺς μοχλούς.

Ὡς φωτὸς λυχνία, νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται, καὶ διώκει τὸν ἐν ᾍδῃ σκοτασμόν.

Νοερῶν συντρέχει, στρατιῶν ἡ πληθύς, Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε, τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῷ.

Νεκρωθεὶς βουλήσει, καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν, ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας, νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.

Ἠλλοιοῦτο πᾶσα, κτίσις πάθει τῷ σῷ· πάντα γάρ σοι Λόγε συνέπασχον, συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν, ἐν κοιλίᾳ λαβών, ᾍδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν, ἐξ αἰῶνος οὓς κατέπιε νεκρούς.

Ἐν καινῷ μνημείῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.

Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ· καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ᾍδου κατελήλυθας ζητῶν.

Συγκλονεῖται φόβῳ, πᾶσα Λόγε ἡ γῆ, καὶ Φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.

Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις, ἑκουσίως Σωτήρ, ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας, ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.

Δακρυῤῥόους θρήνους, ἐπὶ σὲ ἡ Ἁγνή, μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα· Πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;

Ὥσπερ σίτου κόκκος, ὑποδὺς κόλπους γῆς, τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν, ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ Ἀδάμ.

Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης, ὥσπερ ἥλιος νῦν, καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι· ἀλλ᾿ ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.

Ὡς ἡλίου δίσκον, ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει, καὶ σὲ τάφος νῦν ἔκρυψεν, ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.

Ἡ ζωὴ θανάτου, γευσαμένη Χριστός, ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε, καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι, τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς, ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου, νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδάμ.

Νοεραί σε τάξεις, ἡπλωμένον νεκρόν, καθορῶσαι δι᾿ ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο, καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.

Καθελών σε Λόγε, ἀπὸ ξύλου νεκρόν, ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο· Ἀλλ᾿ ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.

Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ, χαρμονὴ πεφυκώς, νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος, καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.

Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ, καὶ τοὺς ζώντας βροτούς, συνυψοῖς· ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος, τοὺς κειμένους δ᾿ ὑπ᾿ αὐτὴν ἐξανιστᾷς.

Ὥσπερ λέων Σῶτερ, ἀφυπνώσας σαρκί, ὥς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι, ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.

Τὴν πλευρὰν ἐνύγης, ὁ πλευρὰν εἰληφώς, τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας, καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.

Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι, θύεται ὁ Ἀμνός· σὺ δ᾿ ὑπαίθριος τυθεὶς ἀνεξίκακε, πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.

Τίς ἐξείποι τρόπον, φρικτὸν ὄντως καινόν; ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον, πάθος δέχεται, καὶ θνήσκει δι᾿ ἡμᾶς.

Ὁ ζωῆς ταμίας, πῶς ὁρᾶται νεκρός; ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον· πῶς δ᾿ ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου Σῶτερ, ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν, τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με, ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.

Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ, συνηγάγω βροτούς· τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον, πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ, σχηματίζει φρικτῶς, καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε, καὶ θαμβεῖταί σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.

Ὑπὸ γῆν βουλήσει, κατελθὼν ὡς θνητός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἂν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἂν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.

Ὢ χαρᾶς ἐκείνης! ὢ πολλῆς ἡδονῆς! ἧς περ τοὺς ἐν ᾍδῃ πεπλήρωκας, ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.

Προσκυνῶ τὸ Πάθος, ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν, μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε, δι᾿ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.

Κατὰ σοῦ ῥομφαία, ἐστιλβοῦτο Χριστέ, καὶ ῥομφαία ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται, καὶ ῥομφαία δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα, βλέπουσα ἐν σφαγῇ, ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε, συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.

Κἂν ἐνθάπτῃ τάφῳ, κἂν εἰς ᾍδου μολῇς, ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας, καὶ τὸν ᾍδην ἀπεγύμνωσας Χριστέ.

Ἑκουσίως Σῶτερ, κατελθὼν ὑπὸ γῆν, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.

Τῆς Τριάδος ὁ εἷς, ἐν σαρκὶ δι᾿ ἡμᾶς, ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον· φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.

Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης, τῆς Ἰούδα φυλῆς, οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο, τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.

Ὁ Κριτὴς ὡς κριτός, πρὸ Πιλάτου κριτοῦ, καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον, κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.

Ἀλαζὼν Ἰσραήλ, μιαιφόνε λαέ, τί παθὼν τὸν Βαραββᾶν ἠλευθέρωσας; τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;

Ὁ χειρί σου πλάσας, τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς, δι᾿ αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος, καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.

Ὑπακούσας Λόγε, τῷ ἰδίῳ Πατρί, μέχρις ᾍδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας, καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου! οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Φθονουργέ, φονουργέ, καὶ ἀλάστορ λαέ, κἂν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.

Δεῦρο δὴ μιαρέ, φονευτὰ μαθητά, καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι, δι᾿ ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς φιλάνθρωπός τις, ὑποκρίνῃ μωρέ, καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε, ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.

Οὐρανίου μύρου, ποίαν ἔσχες τιμήν; τοῦ τιμίου τί ἐδέξω ἀντάξιον; λύσσαν εὗρες καταρώτατε Σατάν.

Εἰ φιλόπτωχος εἶ, καὶ τὸ μύρον λυπῇ, κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον, πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;

Ὢ Θεὲ καὶ Λόγε, ὦ χαρὰ ἡ ἐμή, πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον; νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

Τίς μοι δώσει ὕδωρ, καὶ δακρύων πηγάς, ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν, ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;

Ὢ βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε, σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Πότε ἴδω Σῶτερ, σὲ τὸ ἄχρονον φῶς, τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου; ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Κἂν ὡς πέτρα Σῶτερ, ἡ ἀκρότομος σύ, κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ᾿ ἐπήγασας, ζῶν τὸ ῥεῖθρον, ὡς πηγὴ ὢν τῆς ζωῆς.

Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς, τὸν διπλοῦν ποταμόν, τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι, τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ὤφθης Λόγε, ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς, καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας, ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἀνυμνοῦμεν Λόγε, σὲ τὸν πάντων Θεόν, σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι, καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι εὐλόγηταί σου τὸ ὄνομα, καὶ δεδόξασταί σου ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Καὶ θυμιάσαντος τοῦ Ἱερέως, ἀρχόμεθα τῆς δευτέρας στάσεως.

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

(Συνήθως δὲν ψάλλονται ὅλα, ἀλλὰ γιὰ συντομία παραλείπονται πολλὰ ἀπ᾿ αὐτά. Ἐδῶ παραθέτονται ὅλα).

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ἦχος πλ. α´.

Ἐσύ, Χριστέ, ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ τῶν πάντων, κατατέθηκες σὲ τάφο, καὶ οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις γέμιζαν ἀπὸ ἔκπληξη, δοξάζουσαι τὴν ἄφατη ταπείνωση καὶ συγκατάβασή σου.

Ἐσὺ ἡ ζωοπάροχη ἀρχὴ τοῦ κόσμου, μὲ ποιό τρόπο πεθαίνεις; Πῶς κατοικεῖς σ᾿ ἕνα μικρὸ τάφο; Μὲ τὴν ἄπειρή σου δύναμη ἀφανίζεις τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου καὶ ἀνασταίνεις τοὺς νεκροὺς ποὺ κρατοῦνταν δέσμιοι στὸν ᾅδη.

Σὲ δοξάζουμε, Ἰησοῦ βασιλέα, καὶ τιμοῦμε τὴν ταφὴ καὶ τὰ ἅγια πάθη σου, γιατὶ μ᾿ αὐτὰ μᾶς λύτρωσες ἀπὸ τὴν τυραννία τῆς φθορᾶς.

Ἐσύ, ποὺ ἔστησες τὰ μέτρα πάνω στὰ ὁποῖα κτίστηκε ἡ γῆ, κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλέα, σὲ ἕνα μικρὸ μνημεῖο, ἀνασταίνοντας μαζί σου τοὺς νεκροὺς ἀπὸ τὰ μνήματα.

Ἰησοῦ Χριστέ μου, ὁ βασιλιὰς τοῦ παντός, τί ζητοῦσες ὅταν κατέβηκες στὸν ᾅδη; Ἢ μήπως γιὰ νὰ ἐλευθερώσεις τὸ γένος τῶν θνητῶν;

Ὁ Δεσπότης ὅλων θεωρεῖται νεκρός, κείμενος σ᾿ ἕναν καινούργιο τάφο, αὐτὸς ποὺ ἄδειασε (μὲ τὴν ἀνάστασή του) τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἐσύ, Χριστέ, ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ τῶν πάντων, κατατέθηκες σὲ τάφο καὶ μὲ τὸ θάνατό σου ἀφάνισες τὸ θάνατο καὶ ἔγινες γιὰ τὸν κόσμο πηγὴ ἄφθαρτης ζωῆς.

Μαζὶ μὲ τοὺς κακούργους συγκαταλέχθηκες καὶ σύ, Χριστέ, δικαιώνοντας (συγχωρώντας) ὅλους ἐμᾶς ἀπὸ τὴν κακουργία τοῦ ἀρχαίου ἀπατεώνα (τοῦ διαβόλου, ποὺ ἐλάκτισε τοὺς πρωτόπλαστους μὲ τὴν παρακοὴ).

Αὐτός, ποὺ ὑπερβαίνει σὲ ὀμορφιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, φαίνεται τώρα νεκρὸς μὲ ἄσχημη μορφή, ὁ Θεὸς ποὺ στόλισε τὰ πάντα μὲ τόση ὀμορφιά.

Ὁ ᾅδης πῶς θὰ ὑποφέρει, Σωτήρα μου, τὴ δική σου παρουσία καὶ δὲ θὰ συντριβεῖ γρήγορα σκοτεινιασμένος καὶ τυφλὸς ἀπὸ τὴ φωτεινὴ αἴγλη τῆς ἀστραπῆς τῆς θείας σου ἐνέργειας;

Ἰησοῦ, ποὺ εἶσαι τὸ γλυκὸ καὶ σωτήριο φῶς μου, πῶς εἶσαι τώρα κρυμμένος σὲ τάφο σκοτεινό; Ὤ πόσο ἄφατη κι ἀνέκφραστη εἶναι ἡ ἀνοχή σου γιὰ μᾶς!

Ἀποροῦν ἡ νοερὰ φύση καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀσωμάτων Δυνάμεων, Χριστέ, τὸ μυστήριο τῆς ἄφραστης καὶ ἄρρητης θείας σου ταφῆς.

Ὤ θαύματα ξένα καὶ παράδοξα! Ὤ πράγματα καινοφανὴ καὶ πρωτόγνωρα! Αὐτὸς ποὺ μοῦ ἔδωσε τὴν πνοή, τώρα εἶναι ὁ ἴδιος χωρὶς πνοή, κηδευόμενος ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ στὸ μνῆμα μπῆκες καὶ τῶν πατρικῶν σου κόλπων ποτὲ δὲν ἀποχωρίστηκες, Χριστέ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθινὰ ξένο καὶ παράδοξο μαζί.

Ἰησοῦ, σ᾿ ὁλόκληρη τὴν κτίση φανερώθηκες ἀληθινὸς βασιλιὰς καὶ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, παρὰ τὸ ὅτι ἔχεις κλειστεῖ σὲ ἕνα μικρότατο μνημεῖο.

Ὅταν ἐσύ, πλαστουργὲ Χριστέ, τέθηκες στὸν τάφο, τὰ θεμέλια τοῦ ᾅδη σαλεύτηκαν καὶ ἀνοίχτηκαν τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Αὐτὸς ποὺ περικλείει τὴ γῆ στὴν παλάμη του, ἀφοῦ νεκρώθηκε κατὰ τὴ σάρκα του (τὸ σῶμα του) κρατεῖται κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, λυτρώνοντας τοὺς νεκροὺς ἀπὸ τὴν κράτηση τοῦ ᾅδη.

Ἡ ζωή μου ἀνέβηκε (ἀπαλλάχτηκε) ἀπὸ τὴ φθορά, Σωτήρ, ὅταν ἐσὺ ἀπέθανες καὶ ἐπισκέφθηκες τοὺς νεκρούς, συντρίψας τοῦ ᾅδη τοὺς μοχλούς.

Σὰν λυχνάρι φωτὸς ἡ σάρκα (τὸ σῶμα) τοῦ Χριστοῦ τοποθετεῖται τώρα κάτω ἀπὸ τὸ μόδιο (κάδο ποὺ μετροῦν τὰ σιτηρὰ), κι ἀφανίζει τὰ σκοτάδια τῶν νεκρῶν στὸν ᾅδη.

Τὸ πλῆθος τῶν νοερῶν στρατιῶν (οἱ ἀγγέλοι) τρέχει μὲ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ Νικόδημο νὰ σὲ βάλουν, τὸν ἀχώρητο, σ᾿ ἕνα μνῆμα μικρό.

Νεκρωθεὶς μὲ τὴ θέλησή σου καὶ τεθεὶς κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (στὸ μνῆμα), ἐσύ, Σωτήρ μου, ποὺ ἀναβλύζεις ζωή, σ᾿ ἐμένα ποὺ νεκρώθηκα μὲ τὴν παράβασή μου, ἐνέσταξες νάματα ζωῆς.

Μὲ τὸ πάθος σου, Λόγε, ὁλόκληρη ἡ κτίση ἀλλοιώνετο (ἄλλαζε ὄψη) καὶ ὅλα ἔπασχαν μαζί σου, ἀναγνωρίζοντάς σε συνοχέα τοῦ παντὸς (αὐτὸν ποὺ συγκρατεῖ καὶ συνέχει τὰ πάντα).

Ὁ παμφάγος ᾅδης, ὅταν δέχτηκε στὴν κοιλία του τὴν πέτρα τῆς ζωῆς (τὸν Χριστὸ), ἐξέρασε ὅλους ὅσους κατάπιε ἀπὸ παλαιά.

Σὲ καινούργιο τάφο κατατέθηκες, Χριστέ, καὶ τὴ φύση τῶν θνητῶν ἀνακαίνισες, ἀφοῦ ἀναστήθηκες ἐκ τῶν νεκρῶν θεοπρεπῶς.

Κατέβηκες στὴ γῆ, Κύριε, γιὰ νὰ σώσεις τὸν Ἀδάμ, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸν βρῆκες ἐκεῖ, κατῆλθες μέχρι τὸ σκοτεινὸ βασίλειο τοῦ ᾅδη, ἀναζητώντας αὐτόν.

Ὁλόκληρη ἡ γῆ συγκλονιζόταν ἀπὸ φόβο, Λόγε, καὶ ὁ ἥλιος τὶς ἀκτίνες του ἀπέκρυψε, μιᾶς καὶ τὸ μέγιστό σου φῶς κρύφτηκε κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (τὸν τάφο).

Ὡς ἄνθρωπος μὲν ἑκούσια πεθαίνεις, Σωτήρ, ὡς Θεὸς ὅμως ἀνέστησες τοὺς θνητοὺς ἀπὸ τὰ μνήματα καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῶν ἁμαρτημάτων τους.

Ἡ ἁγνὴ Μητέρα σου, ὦ Ἰησοῦ, σὲ ράντιζε μὲ θρήνους γεμάτους ἀπὸ δάκρυα, βοώντας· πῶς θὰ μπορέσω, Υἱέ μου, νὰ σὲ κηδεύσω;

Ὅπως ὁ κόκκος τοῦ σίτου θάβεται στοὺς κόλπους τῆς γῆς (γιὰ νὰ βλαστήσει μετὰ), ἔτσι κι ἐσύ, ἐνταφιασθείς, ἀπέδωσες πλουσιότατο στάχυν, ἀναστήσας ὅλους τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ Ἀδάμ.

Κρύφτηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, Σωτήρ, ὅπως κρύβεται ὁ ἥλιος, καὶ ἔχεις καλυφθεῖ τώρα ἀπὸ τὴ νύχτα τοῦ θανάτου· ὅμως ἀνάτειλε λαμπρότερα διὰ τῆς ἀναστάσεὼς σου.

Ὅπως ἡ σελήνη ἀποκρύπτει τὸ δίσκο τοῦ ἥλιου (ὅταν συμβαίνει ἔκλειψη), ἔτσι καὶ Σένα ἔκρυψε τώρα ὁ τάφος καὶ ἔπαθες σωματικὴ ἔκλειψη διὰ τοῦ θανάτου σου.

Ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ζωή, ἀφοῦ γεύτηκε τὸ θάνατο, ἐλευθέρωσε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ δώρησε σὲ ὅλους τὴ ζωή.

Τὸν Ἀδάμ, ποὺ παλαιὰ νεκρώθηκε ἀπὸ φθόνο (τοῦ διαβόλου), ἐπαναφέρεις στὴ ζωὴ μὲ τὴ νέκρωσή σου, Σωτήρ, ἀφοῦ φανερώθηκες στὴ σάρκα σου νέος ἐξ οὐρανοῦ Ἀδάμ.

Οἱ νοερὲς τάξεις τῶν ἀγγέλων, βλέποντάς σε ξαπλωμένο νεκρὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας, γέμιζαν ἀπὸ ἔκπληξη, καλυπτόμενες μὲ τὶς φτεροῦγες τους, Σωτήρ.

Ἀφοῦ σὲ κατέβασε ἀπὸ τὸ ξύλο νεκρό, Λόγε, ὁ Ἰωσὴφ σὲ κατέθεσε τώρα σὲ μνημεῖο. Ἀλλ᾿ ἀνάστα καὶ σῶσε ὅλους ὡς Θεός.

Σωτήρα μου, ἐσὺ ποὺ εἶσαι τῶν Ἀγγέλων ἡ χαρά, τώρα ἔγινες αἰτία λύπης γι᾿ αὐτούς, ποὺ σὲ βλέπουν νεκρὸ στὴ σάρκα σου, χωρὶς πνοή.

Μὲ τὴν ἀνύψωσή σου στὸ ξύλο, συνανύψωσες καὶ τοὺς ζῶντες βροτοὺς (ἀνθρώπους). Καὶ μὲ τὴν κατάθεσή σου κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ἀνέστησες ὅσους ἦταν θαμμένοι σ᾿ αὐτήν.

Ἀφοῦ κοιμήθηκες σωματικά, Σωτήρ, ὅπως κοιμᾶται ὁ λέων, σὰν μικρὸ λιοντάρι ἐγείρεσαι ἐσὺ ὁ νεκρός, ἀπορρίπτοντας τὴ γηρασμένη σάρκα σου (τὸ παθητὸ τῆς φύσεως).

Τρυπήθηκες τὴν πλευρὰ ἐσύ, ὁ ὁποῖος πῆρες τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἐξ αὐτῆς διαμόρφωσες τὴν Εὔα, καὶ ἀνέβλυσες (ἀπὸ τὴν τρυπηθείσα πλευρά σου), νάματα καθαρτικὰ ἁμαρτιῶν.

Παλαιὰ μὲν ὁ πασχάλιος ἀμνὸς θυσιαζόταν στὰ κρυφά· ἐσὺ ὅμως, ἀνεξίκακε Σωτήρ, θυσιασθεὶς σὲ χῶρο ἀνοικτό, καθάρισες ὁλόκληρη τὴν κτίση ἀπὸ τὴν ἀσχήμια τῆς φθορᾶς.

Ποιός μπορεῖ νὰ περιγράψει τὴ φρικτὴ καὶ πράγματι καινοφανὴ συμπεριφορά; Αὐτὸς ποὺ κυριαρχεῖ στὴν κτίση σήμερα δέχεται τὸ πάθος καὶ πεθαίνει γιὰ μᾶς (γιὰ τὴ σωτηρία μας).

Αὐτὸς ποὺ κατέχει καὶ χειρίζεται τὴ ζωὴ πῶς παρουσιάζεται τώρα νεκρός; Ἔκραζαν οἱ ἄγγελοι ἐκπληττόμενοι· πῶς περιορίζεται σὲ μνῆμα ὁ Θεός;

Ἀπὸ τὴν πλευρά σου, Σωτήρ μου, ποὺ τρυπήθηκε ἀπὸ τὴ λόγχη, ἐπιστάζεις ζωὴ στὴ Ζωὴ (τὴν Εὔα), ποὺ μὲ ἐξόρισε ἀπὸ τὴ ζωὴ (τοῦ Παραδείσου διὰ τῆς παρακοῆς της), καὶ μὲ ζωογονεῖς μαζί της.

Ὅταν ἁπλώθηκες στὸ ξύλο (τὸ σταυρὸ), μάζεψες κοντά σου τοὺς ἀνθρώπους· ὅταν δὲ τρυπήθηκες τὴ ζωήρρυτη πλευρά σου, πηγάζεις σὲ ὅλους ἄφεση ἁμαρτημάτων, Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων (Ἰωσὴφ), Σωτήρ μου, μὲ δέος ἑτοιμάζει τὸ νεκρὸ σῶμα σου καὶ σὲ κηδεύει εὐλαβῶς, μένοντας ἔκθαμβος ἀπὸ τὴ μορφή σου, ποὺ ἐμπνέει θάμβος ἱερό.

Κατελθὼν μὲ τὴ βούλησή σου κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ὡς θνητός, ἐπαναφέρεις ἀπὸ τὴ γῆ στὰ οὐράνια, ἐκείνους ποὺ ἐξέπεσαν ἀπὸ ἐκεῖ, Ἰησοῦ.

Ἂν καὶ ἐθεάθης νεκρός, ὅμως, ὡς ζῶν ἀληθινὸς Θεός, ἐπαναφέρεις ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανό, στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκείνους, Ἰησοῦ, ποὺ ἀπὸ ῾κεῖ εἶχαν ἐκπέσει.

Ἂν καὶ ἐθεάθης νεκρός, ὅμως, ὡς ζῶν ἀληθινὸς Θεός, ἀναζωογόνησες τοὺς βροτοὺς ποὺ νεκρώθηκαν (διὰ τῆς παρακοῆς), νεκρώνοντας συγχρόνως καὶ αὐτόν, ποὺ μὲ νέκρωσε (τὸ διάβολο).

Ὤ τῆς χαρᾶς ἐκείνης! Ὤ τῆς μεγάλης ἡδονῆς! Μὲ τὶς ὁποῖες γέμισες τοὺς ἐν τῷ ᾅδῃ νεκρούς, ἀστράφτοντας φῶς στὰ ζοφερὰ ἔγκατα τῆς γῆς (ᾅδη).

Προσκυνῶ τὸ πάθος, ἀνυμνῶ τὴν ταφή, δοξάζων σου τὴ δύναμη, φιλάνθρωπε, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαλλάχτηκα ἀπὸ τὰ πάθη τὰ φθοροποιά.

Ἐναντίον σου, Χριστέ, ἀκονιζόταν ἡ ρομφαία (ἡ σπάθη τῶν σταυρωτῶν) καὶ ταυτόχρονα ἡ ρομφαία τοῦ ἰσχυροῦ (διαβόλου) ἀμβλύνεται, καὶ νικᾶται ἡ ρομφαία (τοῦ ἀγγέλου), ποὺ φύλαγε τὴν πύλη τῆς Ἐδέμ.

Βλέπουσα ἡ ἀμνάδα (ἡ Θεοτόκος) τὸ ἀρνίο της (τὸν Χριστὸ) νὰ ὁδηγεῖται σὲ σφαγή, πληττομένη ἀπὸ τὰ καρφιὰ τῆς λύπης θρηνοῦσε γοερῶς, παρακινούσα καὶ τὸ ποίμνιο (τοὺς πιστοὺς) νὰ φωνάζει καὶ αὐτό.

Εἴτε θάβεσαι στὸν τάφο, εἴτε πορεύεσαι στὸν ᾅδη, Χριστέ, ἕνα εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι καὶ τοὺς τάφους ἄδειασες (ἀπὸ τοὺς νεκροὺς) καὶ τὸν ᾅδη ἀπεγύμνωσες ἀπὸ τὴ δύναμή του.

Ἀφοῦ κατῆλθες ἑκουσίως κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (στὸ μνῆμα), ξανάδωσες ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ νεκρώθηκαν, καὶ τοὺς ἀνύψωσες στὴ δόξα τοῦ Πατρός.

Ὁ ἕνας τῆς Τριάδος (ὁ Λόγος) ὑπέμεινε γιὰ μᾶς στὴ σάρκα του θάνατον ἐπονείδιστο· φρίττει γιαυτὸ ὁ ἥλιος καὶ τρέμει ἡ γῆ.

Σὰν ἀπὸ κρήνη πικρή, τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, οἱ ἀπόγονοί της στὸ μνῆμα κατέθεσαν ἐκεῖνον, ποὺ τοὺς ἔδωσε τροφὴ τὸ μάννα στὴν ἔρημο.

Ὁ Κριτὴς τοῦ παντὸς (ὁ Χριστὸς) ὡς ὑπόδικος μπροστὰ στὸν κριτὴ (δικαστὴ) Πιλάτο στεκόταν καὶ ἄδικα κατακρίθηκε σὲ θάνατο σταυρικό.

Λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, φονικὲ καὶ ὑπερήφανε, τί σ᾿ ἔπιασε νὰ ἐλευθερώσεις τὸν Βαραββᾶ, τὸ δὲ Σωτήρα νὰ παραδώσεις στὸ σταυρό;

Ἐσύ, ποὺ μὲ τὸ χέρι σου ἔπλασες τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ χῶμα, γιὰ χάρη του προσέλαβες τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου καὶ θεληματικὰ σταυρώθηκες.

Λόγε τοῦ Θεοῦ, ὑπακούοντας στὸ θέλημα τοῦ Πατρός, κατέβης μέχρι τὸ φοβερὸ ᾅδη, καὶ ἀνέστησες τὸ ἐκεῖ γένος τῶν βροτῶν (ἀνθρώπων).

Ἀλίμονό μου, φῶς τοῦ κόσμου! Ἀλίμονό μου, φῶς τὸ δικό μου! Ποθεινότατὲ μου Ἰησοῦ, ἡ Παρθένος ἔκραζε, θρηνωδούσα γοερῶς.

Φθονερέ, φονικὲ καὶ ἀσεβέστατε λαέ, ἂν μὴ τί ἄλλο νὰ ντραπεῖς τὰ σεντόνια καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριο (νεκρικὸ κεφαλόδεσμο) τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν (Αὐτά, βρεθέντα ἄθικτα στὸ μνῆμα, ἀπέδειξαν περίτρανα τὴν ἀνάσταση, τὴν ὁποία ὅμως πεισματικὰ ἀρνήθηκαν ἐκεῖνοι).

Ἔλα λοιπόν, ἀκάθαρτε καὶ φονευτὴ μαθητή, νὰ μοῦ δείξεις τὴν αἰτία τῆς κακίας σου, γιὰ τὴν ὁποία ἔγινες προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Σὰν φιλάνθρωπος τάχα ὑποκρίνεσαι, Ἰούδα, ἀνόητε καὶ τυφλέ, γεμάτε ἀπὸ ἐχθρότητα καὶ καταστροφικότητα, ἐσὺ ποὺ τὸ μύρο τοῦ Θεοῦ (τὸν Χριστὸ) πούλησες μὲ τιμή.

Τοῦ οὐρανίου μύρου (τοῦ Χριστοῦ) ποιά ἔλαβες τιμή; Τί δέχτηκες ἀντάξιο τοῦ ἀνεκτίμητου; Σὲ κυρίευσε λύσσα, τρισκατάρατε Σατανᾶ.

Ἂν εἶσαι πραγματικὰ φιλόπτωχος καὶ λυπᾶσαι γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ μύρου, ποὺ χύθηκε γιὰ ἐξιλέωση τῆς ψυχῆς (τῆς πόρνης γυναίκας), πῶς προδίδεις ἀντὶ χρυσοῦ αὐτόν, ποὺ παρέχει τὸ φῶς;

Ὤ Θεὲ καὶ Λόγε, ὢ γλυκιά μου χαρά, πῶς νὰ ὑποφέρω τὴν ταφή σου τὴν τριήμερη; Τώρα τὰ μητρικά μου σπλάγχνα σπαράσσονται ὀδυνηρά.

Ποιός θὰ μοῦ δώσει ὕδωρ καὶ δακρύων πηγές, ἡ θεόνυμφη Παρθένος κραύγαζε, γιὰ νὰ κλάψω τὸν γλυκύ μου Ἰησοῦ;

Ὤ βουνὰ καὶ νάπες (δασώσεις κοιλάδες) καὶ ἀνθρώπων πλήθη πολλὰ νὰ κλάψετε καὶ νὰ θρηνήσετε μαζί μου τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ σας.

Πότε θὰ δῶ, Σωτήρ μου, ἐσένα ποὺ εἶσαι τὸ ἄχρονο φῶς, ἡ χαρὰ καὶ ἡδονὴ τῆς καρδιᾶς μου; Ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Ἂν καὶ σὰν τὴ σκληρὴ κι ἀπότομη πέτρα (στὴν ἔρημο, τὴν ὁποία κτύπησε ὁ Μωυσῆς καὶ ἔτρεξαν ἄφθονα νερὰ), δέχτηκες νὰ κοπεῖ ἡ ζωή σου (ἐπάνω στὸ σταυρὸ), ἀλλ᾿ ὄντας πηγὴ τῆς ζωῆς, ἀνέβλυσες τὸ ρεῖθρο τῆς ἀθάνατης ζωῆς.

Ποτιζόμενοι ἀπὸ τὴν πλευρά σου, ποὺ σὰν μιὰ ἑνιαία κρήνη πηγάζει τὸ διπλὸ ποταμὸ (αἷμα καὶ ὕδωρ), γινόμαστε μέτοχοι τῆς ἀθάνατης ζωῆς.

Ἂν καὶ θέλοντας, Λόγε, ἐθεάθης στὸ μνῆμα νεκρός, ὅμως ζεῖς καί, ὅπως προεῖπες Σωτήρα μου, διὰ τῆς ἀναστάσεώς σου θὰ ἐγείρεις ἐκ τῶν τάφων τοὺς νεκρούς.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἀνυμνοῦμε, Λόγε, σὲ τῶν ὅλων Θεὸ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, καὶ δοξάζουμε τὴ θεία σου ταφή.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Σὲ μακαρίζουμε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ μὲ πίστη τιμᾶμε τὴν τριήμερη ταφὴ τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ μας.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ἐσύ, Χριστέ, ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ τῶν πάντων, κατατέθηκες σὲ τάφο, καὶ οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις γέμιζαν ἀπὸ ἔκπληξη, δοξάζουσαι τὴν ἄφατη ταπείνωση καὶ συγκατάβασή σου.

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι εὐλόγηταὶ σου τὸ ὄνομα, καὶ δεδόξασταί σου ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Καὶ θυμιάσαντος τοῦ Ἱερέως, ἀρχόμεθα τῆς δευτέρας στάσεως.

 ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ἦχος πλ. α´.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην· τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν, τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.

Ἔφριξεν ἡ γῆ, καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη, σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φέγγους Χριστέ, δύναντος ἐν τάφῳ σωματικῶς.

Ὕπνωσας Χριστέ, τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ, καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας, τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

Μόνη γυναικῶν, χωρὶς πόνον ἔτεκόν σε Τέκνον, πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ, ἀφορήτους, ἔλεγεν ἡ Σεμνή.

Ἄνω σε Σωτήρ, ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα, κάτω δὲ νεκρὸν ἡπλωμένον γῇ, φρίττουσιν ὁρῶντα τὰ Σεραφίμ.

Ῥήγνυται ναοῦ, καταπέτασμα τῇ σῇ σταυρώσει, κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς, σοῦ κρυβέντος Ἥλιε ὑπὸ γῆν.

Γῆς ὁ καταρχάς, μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γύρον, ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν· φρίξον τῷ θεάματι Οὐρανέ.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν, ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας, ἵν᾿ ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος, τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.

Θρῆνον ἱερόν, δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι, ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν, ἵνα καὶ τὸ Χαῖρε ἀκουσώμεθα σὺν αὐταῖς.

Μύρον ἀληθῶς, σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε· ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον, ὡς νεκρῷ τῷ ζῶντι, γυναῖκες Μυροφόροι.

ᾍδου μὲν ταφείς, τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις, θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς, καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τούς γηγενεῖς.

Ῥεῖθρα τῆς ζωῆς, ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία, τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ, τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾍδου μυχοῖς.

Ἵνα τὴν βροτῶν, καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν, πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί. Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν, ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης, καὶ νεκρούς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾍδῃ σκότος.

Κόκκος διφυής, ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι, σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον, ἀλλ᾿ ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.

Ἔπτηξεν Ἀδάμ, Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσω, χαίρει δὲ πρὸς ᾍδην φοιτήσαντος, πεπτωκὸς τὸ πρῴην, καὶ νῦν ἐγηγερμένος.

Σπένδει σοι χοάς, ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων, σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι, ἐκβοῶσα· Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.

Τάφῳ Ἰωσήφ, εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων, ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς, τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.

Ἥλοις σε Σταυρῷ, πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε, βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς, βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.

Σὲ τὸν τοῦ παντός, γλυκασμὸν ἡ Μήτηρ καθορῶσα, πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρόν, δάκρυσι τὰς ὄψεις βρέχει πικρῶς.

Τέτρωμαι δεινῶς, καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε, βλέπουσα τὴν ἄδικόν σου σφαγήν· ἔλεγεν ἡ Πάναγνος ἐν κλαυθμῷ.

Ὄμμα τὸ γλυκύ, καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε; πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε; φρίττων ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕμνους Ἰωσήφ, καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους, ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν· ᾄδει δὲ σὺν τούτοις καὶ Σεραφίμ.

Δύνεις ὑπὸ γῆν, Σῶτερ, Ἥλιε δικαιοσύνης· ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε, ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.

Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ, ᾍδης σε τὸν ζωοδότην, πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα, καὶ τοὺς ἀπ᾿ αἰῶνας, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.

Ἥλιος φαιδρόν, ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε· καὶ σὺ δ᾿ ἀναστὰς ἐξαστράψειας, μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.

Γῆ σε πλαστουργέ, ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ, συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται, ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.

Μύροις σε Χριστέ, ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων, νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες· Φρίξον, ἀνεβόων, πᾶσα ἡ γῆ.

Ἔδυς Φωτουργέ, καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου· τρόμῳ δὲ ἡ Κτίσις συνέχεται, πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτός, τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον· ἄνθρωπος θνητὸς δ᾿ ὡς θνητὸν Θεόν, κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρίξον ἡ γῆ!

Ἴδε Μαθητήν, ὃν ἠγαπήσας καὶ σὴν Μητέρα, Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον, ἔκραζε δακρύουσα ἡ Ἁγνή.

Σὺ ὡς ὢν ζωῆς, χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους, ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας· ἀλλ᾿ ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.

Κάλλος Λόγε πρίν, οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες, ἀλλ᾿ ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας, καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.

Ἔδυς τῇ σαρκί, ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος· καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος, ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.

Ἥλιος ὁμοῦ, καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ, δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον, οἳ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.

Οἶδέ σε Θεόν, Ἑκατόνταρχος κἂν ἐνεκρώθης· πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί; φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕπνωσεν Ἀδάμ, ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει· σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ, βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου Κόσμῳ ζωήν.

Ὕπνωσας μικρόν, καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας, καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας, τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος Ἀγαθέ.

Ἤρθης ἀπὸ γῆς, ἀλλ᾿ ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας, τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε· Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.

Πῶς οἱ νοεροί, Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες, γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον, ἔφερον τὴν τόλμαν τῶν σταυρωτῶν;

Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένος Ἑβραίων, ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ· διὰ τί κατέκρινας τὸν Χριστόν;

Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ, τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις, ὃς τὸν Οὐρανὸν κατεστέρωσε, καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.

Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε, σοὺς θανέντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.

Ἥλιον τὸ πρίν, Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν· αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας, καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.

Κόλπων πατρικῶν, ἀνεκφοίτητος μείνας Οἰκτίρμον, καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας, καὶ εἰς ᾍδην καταβέβηκας Χριστέ.

Ἤρθη σταυρωθείς, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας, καὶ ὡς ἄπνους ἐν αὐτῇ νῦν προσκλίνεται, ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.

Οἴμοι ὦ Υἱέ! ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει· ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον, κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.

Ταῦτα Γαβριήλ, μοὶ ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη, ὃς τὴν Βασιλείαν αἰώνιον, ἔφη τοῦ Υἱοῦ μου τοῦ Ἰησοῦ.

Φεῦ! τοῦ Συμεών, ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία· ἡ γὰρ σὴ ῥομφαία διέδραμε, τὴν ἐμήν καρδίαν Ἐμμανουήλ.

Κἂν τοὺς ἐκ νεκρῶν, ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι, οὓς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν, ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.

Ἔφριξεν ἰδών, τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου, μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε, καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.

Ἔκλαιε πικρῶς, ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε, ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε, σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν τὴν σήν, ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ, βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο· Μὴ βραδύνῃς ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.

ᾍδης ὁ δεινός, συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν, Ἥλιε τῆς δόξης ἀθάνατε, καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.

Μέγα καὶ φρικτόν, Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται! ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη, ζωῶσαι θέλων πάντας.

Νύττῃ τὴν πλευράν, καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας, πληγὴν ἐκ πλευρᾶς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν, χειρῶν τῶν Προπατόρων.

Πρὶν τὸν τῆς Ῥαχήλ, υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ᾿ οἶκον· νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο, Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.

Ῥάπισμα χειρῶν, Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι, τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος, καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.

Ὕμνοις σου Χριστέ, νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε, ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν, οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇ ταφῇ.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα, σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον, κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Τέξασα ζωήν, Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε, παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα, καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σὲ τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Μικρὰ Συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπὶ θρόνου δόξης τῶν Χερουβὶμ ἐπαναπαυόμενος, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ θυμιᾷ πάλιν ὁ Ἱερεὺς ἀρχομένης τῆς ἑπομένης τρίτης στάσεως.

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ἦχος πλ. α´.

Εἶναι ἄξιο νὰ δοξάζουμε ἐσένα, ποὺ ἅπλωσες τὰ χέρια σου ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ συνέτριψες τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Εἶναι ἄξιο νὰ δοξάζουμε ἐσένα ποὺ εἶσαι τῶν ὅλων Κτίστης, διότι διὰ τῶν παθημάτων σου πετύχαμε τὴν ἀπάθεια, λυτρωθέντες ἀπὸ τὴ φθορά.

Ἔφριξε ἡ γῆ, Σωτήρ μου, ἀπὸ φόβο, καὶ ὁ ἥλιος ἔκρυψε τὶς ἀκτίνες του, ὅταν ἐσύ, Χριστέ, τὸ ἄδυτο φῶς, εἰσῆλθες στὸν τάφο σωματικῶς.

Κοιμήθηκες, Χριστέ, τὸν ζωογόνο ὕπνο στὸν τάφο καὶ ἀπὸ τὸ βαρὺ ὕπνο τῆς ἁμαρτίας ἀνέστησες τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.

Μόνη ἀπὸ τὶς γυναῖκες σὲ γέννησα χωρὶς πόνους, τέκνον, τώρα δὲ μὲ τὸ πάθος σου νιώθω ἀφόρητους, ἔλεγε ἡ Μητέρα ἡ σεμνή.

Τὰ Σεραφεὶμ συγκλονίζονται ἀπὸ τρόμο, βλέποντάς σε, Σωτήρα μου, νὰ εἶσαι ἄνω ἀχώριστα ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα καὶ κάτω νεκρὸ ξαπλωμένο στὴ γῆ.

Σχίζεται τοῦ ναοῦ τὸ καταπέτασμα, Λόγε, μὲ τὴ σταύρωσή σου, καὶ οἱ ἀστέρες κρύβουν τὸ φῶς τους, ὅταν ἐσύ, ὁ φωτεινὸς Ἥλιος, κρύφτηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ.

Ἐκεῖνος, ποὺ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας μὲ ἕνα μόνο νεῦμα του (μὲ μιὰ του προσταγὴ) στερέωσε τὴν περίμετρο τῆς γῆς, τώρα σὰν ἄνθρωπος χωρὶς πνοὴ βυθίστηκε κάτω ἀπὸ τὴ γῆ· φρίξε, οὐρανέ, γιὰ τὸ θέαμα αὐτὸ τὸ φοβερό.

Βυθίστηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ἐσὺ ποὺ ἔπλασες μὲ τὰ χέρια σου τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ σηκώσεις ἀπὸ τὴν πτώση τους τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὸ πανίσχυρο κράτος σου.

Ἐλᾶτε νὰ ψάλλουμε θρῆνο ἱερὸ γιὰ τὸν Χριστὸ ποὺ πέθανε, ὅπως οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἔκαναν πρίν, ὥστε ν᾿ ἀκούσουμε μαζί τους καὶ τὸ «χαῖρε» (τοῦ ἀγγέλου).

Μύρο ἀληθινὸ ποὺ δὲν ἐξαντλεῖται ποτέ, ἐσὺ εἶσαι Λόγε τοῦ Θεοῦ· γιαυτὸ καὶ γυναῖκες μυροφόρες προσέφεραν μύρα, ὡς σὲ νεκρό, σ᾿ ἐσένα ποὺ εἶσαι γεμάτος ἀπὸ ζωή.

Μὲ τὸν ἐνταφιασμό σου, Χριστέ, συντρίβεις τὰ βασίλεια τοῦ ᾅδη, καὶ μὲ τὸ θάνατό σου θανατώνεις τὸ θάνατο καὶ ἐλευθερώνεις ἀπὸ τὴ φθορὰ τοὺς γηγενεῖς (τοὺς γήϊνους ἀνθρώπους).

Ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζουν νάματα ζωῆς, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὸν τάφο, ζωογονεῖ ὅσους ὑπῆρχαν στὰ ἀδιαπέραστα βάθη τοῦ ᾅδη.

Γιὰ νὰ κάνω καινούργια τὴ συντριβείσα (ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) φύση τῶν ἀνθρώπων, ἔχω κτυπηθεῖ θεληματικὰ μὲ θάνατο στὴ σάρκα μου. Λοιπόν, Μητέρα, μὴ βασανίζεσαι μὲ ὀδυρμούς.

Κρύφτηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ὁ φωτεινὸς Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ σήκωσες σὰν ἀπὸ ὕπνο τοὺς νεκρούς, ἀφανίσας ὅλο τὸ σκοτάδι ποὺ ὑπῆρχε στὸν ᾅδη.

Ὁ διπλὸς κόκκος (Θεὸς καὶ ἄνθρωπος), ὁ παρεκτικὸς ζωῆς, σπείρεται σήμερα μὲ δάκρυα στοὺς κόλπους τῆς γῆς· ἀφοῦ ὅμως βλαστήσει, θὰ γεμίσει τὸν κόσμο μὲ χαρά.

Ζάρωσε ἀπὸ φόβο ὁ Ἀδάμ, ὅταν ἄκουσε τὸν Θεὸ νὰ περπατᾶ στὸν Παράδεισο (τῆς Ἐδὲμ), χαίρει ὅμως τώρα ποὺ (ὁ Θεὸς) ἐπισκέφθηκε τὸν ᾅδη, ὄντως τότε πεπτωκὼς (στὴν ἁμαρτία), τώρα δὲ ἀναστημένος ἀπὸ τὸν τόπο τῆς φθορᾶς.

Χύνει δάκρυα σ᾿ ἐσένα, σὰν θυσία, ἡ Μητέρα σου Χριστέ, ὅταν κατατέθηκες στὸ μνῆμα, φωνάζουσα· ἀνάστα, τέκνον μου, ὅπως προεῖπες.

Καλύπτοντάς σε μὲ εὐλάβεια, Σωτήρ, ὁ Ἰωσὴφ στὸ καινὸ μνημεῖο, σοῦ ψάλλει ἐπικήδεια ᾄσματα ἀνακατεμένα μὲ τοὺς θρήνους του.

Ἡ Μητέρα σου, Λόγε, βλέποντάς σε νὰ εἶσαι τρυπημένος μὲ καρφιὰ στὸ σταυρό, ἔχει κτυπηθεῖ στὴν ψυχὴ μὲ καρφιὰ καὶ βέλη λύπης πικρῆς.

Βλέποντας ἡ Μητέρα σου ἐσένα τὸν γλυκασμὸ τοῦ παντός, νὰ ποτίζεσαι μὲ τὸ πικρὸ πιοτὸ (τὴ χολὴ), βρέχει τὸ πρόσωπό της μὲ δάκρυα πικρά.

Ἔχω πληγωθεῖ φοβερὰ καὶ τὰ σπλάγχνα μου σπαράσσονται, Λόγε, βλέποντας τὴν ἄδικη σφαγή σου στὸ σταυρό, ἔλεγε ἡ πάναγνη μὲ κλαυθμό.

Πῶς νὰ κλείσω, Λόγε, τὰ γλυκὰ μάτια καὶ τὰ χείλη σου; Πῶς νὰ σὲ κηδεύσω μὲ νεκροπρέπεια; Μὲ φρίκη φώναζε ὁ Ἰωσήφ.

Ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος ψάλλουν ἐπιτάφια ᾄσματα στὸ Χριστό, τώρα ποὺ νεκρώθηκε. Μαζί τους ψάλλουν καὶ τὰ Σεραφείμ.

Βυθίζεσαι στὴ γῆ, Σωτήρα, Ἥλιε δικαιοσύνης· γιαυτὸ ἡ Μητέρα σου, σὰν ἄλλη σελήνη, παθαίνει ἔκλειψη, μὴ βλέποντας τὸ πρόσωπό σου.

Ἔφριξε ὁρώντας, Σωτήρ μου, ὁ ᾅδης ἐσένα τὸ ζωοδότη, νὰ τὸν ἀπογυμνώνεις ἀπὸ τὸν πλοῦτο του καὶ νὰ ἀνασταίνεις τοὺς νεκρούς, ποὺ πέθαναν ἀπὸ παλαιά.

Ὁ ἥλιος μετὰ τὴ νύκτα, Λόγε, ἀκτινοβολεῖ λαμπρῶς, ἀλλὰ κι ἐσύ, ἀφοῦ ἀναστηθεῖς, θὰ λάμψεις μετὰ θάνατο φαιδρῶς, σὰν νὰ βγαίνεις ἀπὸ θάλαμο νυφικό.

Ἡ γῆ ἀφοῦ δέχτηκε στοὺς κόλπους της ἐσένα τὸ Σωτήρα Πλαστουργό, κυριευθείσα ἀπὸ τρόμο, τινάσσεται, ξυπνώντας μὲ τὸ τίναγμά της τοὺς νεκρούς.

Ὁ Νικόδημος καὶ ὁ εὐσχήμων (Ἰωσὴφ), ἀφοῦ σὲ περιποιήθηκαν μὲ ἀρώματα κατὰ τρόπο ξένο καὶ ἀσυνήθιστο, φώναζαν· φρίξε, ὁλόκληρη ἡ γῆ.

Κρύφτηκες, Φωτουργέ, καὶ μαζί σου κρύφτηκε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου· ἡ δὲ κτίση ἀπὸ τρόμο κατέχεται, κηρύσσοντάς σε δημιουργὸ τοῦ παντός.

Λίθος (τοῦ μνήματος), ποὺ λαξεύτηκε ἀπὸ χέρι ἀνθρώπινο, σκεπάζει τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο (τῆς Ἐκκλησίας)· ἄνθρωπος δὲ θνητὸς (ὁ Ἰωσὴφ) κρύβει τώρα στὸν τάφο σὰν θνητό, τὸν Θεό· φρίξε ἀπὸ τρόμον ἡ γῆ!

Κοίταξε μαθητή, τὸν ὁποῖο ἀγάπησες (τὸν Ἰωάννη) καὶ τὴ Μητέρα σου, τέκνο γλυκύτατο, καὶ δῶσε λόγο (μίλησέ μας), ἔκραξε μὲ δάκρυα ἡ ἁγνή.

Ἐσύ, Λόγε, ἐπειδὴ εἶσαι ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, δὲ νέκρωσες τοὺς Ἰουδαίους, ὅταν ἁπλώθηκες ἐπάνω στὸ σταυρό, ἀλλ᾿ ἀνέστησες καὶ αὐτῶν τοὺς νεκρούς.

Λόγε, πρὶν (κατὰ τὸ πάθος) οὔτε φυσικὴ ὀμορφιὰ εἶχες οὔτε ὄψη καθαρὴ (τὶς ἀφάνισαν τὰ παθήματα)· ὅταν ὅμως ἀναστήθηκες ἔλαμψες ἐκθαμβωτικά, στολίσας τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ θείου σου φωτός.

Κρύφτηκες σωματικῶς στὴ γῆ ὁ ἀστέρας ὁ φωτεινός, ποὺ ποτὲ δὲ δύει, καὶ μὴν μπορώντας νὰ ὑποφέρει βλέποντας αὐτὸ ὁ ἥλιος, ἔχασε τὸ φῶς του, ὅταν ἡ ἡμέρα ἦταν σὲ ἀκμὴ (ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ).

Ὁ ἥλιος μαζὶ μὲ τὴ σελήνη, χάνοντας τὸ φῶς τους, Σωτήρα, εἰκόνιζαν δούλους καλούς, οἱ ὁποῖοι ντύνονται μαῦρες στολὲς (γιὰ νὰ ἐκφράσουν πένθος σὲ θάνατο τοῦ Κυρίου τους).

Ὁ ἑκατόνταρχος σὲ ἀναγνώρισε Θεό, ἔστω κι ἂν νεκρώθηκες· ἐγὼ λοιπὸν πῶς θὰ σὲ ψαύσω μὲ τὰ χέρια μου; Φρίττω! Φώναζε ὁ Ἰωσήφ.

Κοιμήθηκε ὁ Ἀδὰμ (κατὰ τὴ δημιουργία), ἀπὸ τὴν πλευρά του ὅμως βγῆκε ὁ θάνατος (ἡ Εὔα ποὺ ἔπεσε στὴν ἁμαρτία)· τώρα δὲ σύ, κοιμηθείς, Λόγε τοῦ Θεοῦ, ἀναβλύζεις ἀπὸ τὴν πλευρά σου γιὰ τὸν κόσμο ζωή.

Κοιμήθηκες, Ἀγαθέ, γιὰ λίγο καὶ ζωοποίησες τοὺς νεκροὺς καί, ἀφοῦ ξύπνησες (ἀναστήθηκες), ξύπνησες μαζί σου ὅλους, ὅσοι κοιμώντουσαν ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Ὑψώθηκες ἀπὸ τὴ γῆ, Κύριε, ἀλλὰ ἀνέβλυσες τὸν οἶνο τῆς σωτηρίας, ἄμπελε ποὺ στάζεις ζωή. Δοξάζω τὸ πάθος σου καὶ τὸ σταυρό.

Πῶς οἱ νοεροὶ ταγματάρχες (οἱ ἄγγελοι), Σωτήρα, βλέποντάς σε γυμνό, γεμάτο αἵματα καὶ καταδικασμένο, ὑπέμειναν τὴν τόλμη τῶν σταυρωτῶν;

Διεφθαρμένο γένος τῶν Ἑβραίων, ὅμοιο μὲ ἀραβικό, γνώρισες τὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ (τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ). Γιὰ ποιό λόγο, λοιπόν, καταδίκασες σὲ θάνατο τὸν Χριστό;

Ντύνεις μὲ χλαμύδα ἐμπαικτικὰ τὸν Κοσμήτορα τῶν πάντων, ἐκεῖνον ποὺ γέμισε τὸν οὐρανὸ μὲ ἄστρα κι στόλισε θαυμάσια τὴ γῆ.

Ὅπως ὁ πελεκὰν (τὸ πτηνὸ), πληγωμένος τὴν πλευρά σου, Λόγε, τὰ νεκρὰ παιδιά σου ἐζώωσες, ἐπιστάξας σ᾿ αὐτὰ κρουνοὺς ζωοποιούς.

Παλαιὰ ὁ Ἰησοῦς (τοῦ Ναυῆ), θέλοντας νὰ κατακόψει τοὺς ἀλλόφυλους, διέταξε τὸν ἥλιο ν᾿ ἀνακόψει τὴν πορεία του. Ἐσὺ δέ, ὁ Κύριος, τὸν ἀπέκρυψες (στὸ σταυρὸ), νικώντας τοῦ σκότους τὸν ἀρχηγὸ (διάβολο).

Χωρὶς ν᾿ ἀποχωριστεῖς ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους (στὴν Τριάδα), εὔσπλαγχνε Χριστέ, εὐαρεστήθηκες νὰ γίνεις ἄνθρωπος καὶ νὰ κατέβης στὴ σκοτεινὴ τοῦ ᾅδη περιοχή.

Ἀνυψώθηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸ σταυρὸ αὐτός, ποὺ κρέμασε τὴ γῆ πάνω στὰ ὕδατα, καὶ τώρα νεκρὸς χωρὶς πνοὴ θάβεται σ᾿ αὐτήν· αὐτὸ μὴν μπορώντας ν᾿ ἀντέξει (ἡ γῆ), ἐσείετο ἰσχυρῶς.

Ἀλίμονο, Υἱέ μου! λέγει κλαίουσα ἡ ἀπείρανδρη (ἡ μὴ γνωρίσασα ἄνδρα) Μητέρα· αὐτὸν ποὺ ἤλπιζα νὰ δῶ σὰν βασιλέα, τὸν βλέπω καταδικασμένο στὸ σταυρό.

Αὐτὰ λοιπὸν μοῦ ἀνήγγειλε ὁ Γαβριήλ, ὅταν πέταξε πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ (κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ), μιλώντας γιὰ αἰώνια βασιλεία τοῦ Υἱοῦ μου Ἰησοῦ;

Ἀλίμονο! Τοῦ Συμεὼν ἡ προφητεία βγῆκε ἀληθινὴ (εἶχε πεῖ ὅτι τὸ δίστομο μαχαίρι τῆς λύπης θὰ διαπεράσει τὴν καρδιά μου)· διότι ἡ δική σου ρομφαία, Ἐμμανουὴλ (Υἱὲ καὶ Θεέ μου), διεπέρασε τὴν καρδιά μου.

Ντραπεῖτε τουλάχιστον τοὺς νεκρούς, ὦ Ἰουδαῖοι, τοὺς ὁποίους ὁ ζωοδότης ἀνέστησε, τὸν ὁποῖο ἐσεῖς θανατώσατε φθονερῶς.

Τρόμαξε ὁ ἥλιος καὶ ἔχασε τὸ φῶς του, ὅταν εἶδε ἐσένα, Χριστέ, τὸ ἀόρατο φῶς νὰ κρύβεσαι στὸ μνῆμα χωρὶς πνοή.

Ἔκλαιε πικρῶς ἡ πανάμωμη Μητέρα σου, Λόγε, ὅταν στὸν τάφο ἔβλεπε, ἐσένα τὸν ἄφραστο καὶ ἄναρχο Θεό.

Βλέποντας τὴ νέκρωσή σου ἡ παρθενικότατη Μητέρα σου, Χριστέ, μὲ πίκρα στὴν ψυχὴ ἔλεγε· μὴν ἀργήσεις στοὺς νεκρούς, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ζωή.

Ὁ φοβερὸς ᾅδης τρόμαξε, ὅταν σὲ εἶδε (στὰ μέρη του) ἀθάνατε Ἥλιε τῆς δόξης, καὶ ἐλευθέρωνε τοὺς φυλακισμένους (τὶς ψυχὲς ποὺ κατεῖχε) μὲ σπουδὴ (μὲ ταχύτητα).

Μέγα καὶ φρικιαστικὸ θέαμα, Σωτήρ μου, παρουσιάζεται σήμερα· διότι αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ζωῆς, ὑπέμεινε θάνατο, θέλοντας νὰ ζωοποιήσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Τρυπιέσαι στὴν πλευρὰ καὶ καρφώνεσαι στὰ χέρια, Κύριε, θεραπεύοντας ἀπὸ τὴν πλευρά σου τὴν πληγὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἀκράτεια, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν προπατόρων.

Προηγούμενα ὅλες οἱ οἰκογένειες ἔκλαψαν μόνες τους τὸν υἱό τους, ἀπόγονο τῆς Ραχὴλ (σφαγὴ τῶν νηπίων ἀπὸ τὸν Ἡρώδη)· τώρα τὸν Υἱὸ τῆς Παρθένου θρήνησαν ἡ ὁμάδα τῶν μαθητῶν μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα.

Μὲ τὰ χέρια τους ἔδωσαν (οἱ Ἰουδαῖοι) ράπισμα στὴ σιαγόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ χέρια του ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο καὶ συνέτριψε τὰ κοφτερὰ σαγόνια τοῦ θηρίου (τοῦ διαβόλου).

Μὲ ὕμνους, Χριστέ, ἐγκωμιάζουμε ὅλοι οἱ πιστοί, οἱ λυτρωθέντες ἀπὸ τὸ θάνατο, τὴ σταύρωση καὶ τὴν ταφή σου.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα, τὴ δύναμη τῶν βασιλέων ἐνίσχυσε, ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Ἐσύ, ποὺ γέννησες τὴ ζωή, παναμώμητη ἁγνὴ Παρθένε, παῦσε τῆς Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα καὶ εἰρήνευσε αὐτήν, ὡς ἀγαθή.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Εἶναι ἄξιο νὰ δοξάζουμε ἐσένα, ποὺ ἅπλωσες τὰ χέρια σου ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ συνέτριψες τὸ κράτος τοῦ ἐχθρους.

Μικρὰ Συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπὶ θρόνου δόξης τῶν Χερουβὶμ ἐπαναπαυόμενος, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ θυμιᾷ πάλιν ὁ Ἱερεὺς ἀρχομένης τῆς ἑπομένης τρίτης στάσεως.

 ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Ἦχος γ´.

Αἱ γενεαί πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.

Καθελὼν τοῦ ξύλου, ὁ Ἀριμαθαίας, ἐν τάφῳ σε κηδεύει.

Μυροφόροι ἦλθον, μύρα σοι Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.

Δεῦρο πᾶσα κτίσις, ὕμνους ἐξοδίους, προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.

Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα, σὺν Μυροφόροις πάντες, μυρίσωμεν ἐμφρόνως.

Ἰωσὴφ τρισμάκαρ, κήδευσον τὸ σῶμα, Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.

Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, ἐκίνησαν τὴν πτέρναν, κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.

Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, φέρουσι τῷ Σωτῆρι, χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης, καὶ τῆς Χριστοκτονίας, τῆς τῶν προφητοκτόνων!

Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης, προδέδωκεν ὁ μύστης, τὴν ἄβυσσον σοφίας.

Τὸν Ῥύστην ὁ πωλήσας, αἰχμάλωτος κατέστη, ὁ δόλιος Ἰούδας.

Κατὰ τὸν Σολομῶντα, βόθρος βαθὺς τὸ στόμα, Ἑβραίων παρανόμων.

Ἑβραίων παρανόμων, ἐν σκολιαῖς πορείαις, τρίβολοι καὶ παγίδες.

Ἰωσὴφ κηδεύει, σὺν τῷ Νικοδήμῳ, νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.

Ζωοδότα Σῶτερ, δόξα σου τῷ κράτει, τὸν ᾍδην καθελόντι.

Ὕπτιον ὁρῶσα, ἡ Πάναγνός σε, Λόγε, μητροπρεπῶς ἐθρήνει.

Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;

Θρῆνον συνεκίνει, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.

Γύναια σὺν μύροις, ἥκουσι μυρίσαι, Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.

Θάνατον θανάτῳ, σὺ θανατοῖς Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ.

Πεπλάνηται ὁ πλάνος, ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται, σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.

Πρὸς τὸν πυθμένα ᾍδου, κατήχθη ὁ προδότης, διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.

Τρίβολοι καὶ παγίδες, ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου, παράφρονος Ἰούδα.

Συναπολοῦνται πάντες, οἱ σταυρωταί σου Λόγε, Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.

Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ, συναπολοῦνται πάντες, οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.

Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πῶς πάθος κατεδέξω;

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα.

Σῶμα τὸ ζωηφόρον, ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει, μετὰ τοῦ Νικοδήμου.

Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη, θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα, τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;

Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν, ἐλευθερῶσαι Μῆτερ, μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.

Δοξάζω σου Υἱέ μου, τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν, ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.

Ὄξος ἐποτίσθης, καὶ χολὴν Οἰκτίρμον, τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.

Ἰκρίῳ προσεπάγης, ὁ πάλαι τὸν λαόν σου, στύλῳ νεφέλης σκέπων.

Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ, τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι, προσέφερόν σοι μύρα.

Ἀνάστηθι Οἰκτίρμον, ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων, ἐξανιστῶν τοῦ ᾍδου.

Ἀνάστα Ζωοδότα, ἡ σὲ τεκοῦσα Μήτηρ, δακρυῤῥοοῦσα λέγει.

Σπεῦσον ἐξαναστῆναι, τὴν λύπην λύων Λόγε, τῆς σὲ ἁγνῶς Τεκούσης.

Οὐράνιοι Δυνάμεις, ἐξέστησαν τῷ φόβῳ, νεκρόν σε καθορῶσαι.

Τοῖς πόθῳ τε καὶ φόβῳ, τὰ πάθη σου τιμῶσι, δίδου πταισμάτων λύσιν.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον, θέαμα Θεοῦ Λόγε! πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;

Φέρων πάλαι φεύγει, Σῶτερ Ἰωσήφ σε, καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.

Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, Σωτὴρ μου νεκρωθέντα.

Φρίττουσιν οἱ νόες, τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου, Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.

Ἔῤῥαναν τὸν τάφον, αἱ Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι. (Τρίς)

Εἰρήνην Ἐκκλησίᾳ, λαῷ σου σωτηρίαν, δώρησαι σῇ Ἐγέρσει.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ὢ Τριὰς Θεέ μου, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν Κόσμον.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου, Ἀνάστασιν Παρθένε, ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι ὕμνον τῇ ταφῇ σου προσφέρουσι, Χριστέ μου.

Μικρὰ συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Ἦχος γ´.

Ὅλες οἱ γενιὲς (τῶν ἀνθρώπων) προσφέρουν, Χριστέ μου, ὕμνο στὴν ταφὴ σου.

Ἀφοῦ σὲ κατέβασε ἀπὸ τὸ ξύλο ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, σὲ τάφο σὲ κηδεύει.

Μυροφόρες ἦλθαν, φέρουσες μὲ χαρὰ μύρα γιὰ σένα, Χριστέ μου.

Ἐλᾶτε ὅλη ἡ κτίση νὰ προσφέρουμε στὸν Κτίστη, ἐπικήδεια ᾄσματα καὶ ὕμνους.

Ὅλοι μαζὶ μὲ τὶς Μυροφόρες ἂς ἀλείψουμε μὲ μύρα, σὰν νεκρόν, αὐτὸν ποὺ ζεῖ καὶ εἶναι παρεκτικὸς ζωῆς.

Τρισευτυχισμένε Ἰωσήφ, κήδευσε τὸ σῶμα Χριστοῦ τοῦ ζωοδότη.

Αὐτοί, ποὺ ἔθρεψε μὲ μάννα στὴν ἔρημο, ἔβαλαν σὲ κίνηση τὴν πτέρνα τους, γιὰ νὰ κλοτσήσουν τὸν εὐεργέτη.

Αὐτοί, ποὺ ἔθρεψε μὲ μάννα στὴν ἔρημο, φέρουν στὸ Σωτήρα χολὴ μαζὶ μὲ ὄξος.

Ὤ πόσο μεγάλη εἶναι ἡ παραφροσύνη καὶ τὸ χριστοκτόνο μίσος, ἐκείνων ποὺ σκότωναν τοὺς προφῆτες!

Σὰν ἀνόητος ὑπηρέτης πρόδωσε ὁ μύστης (αὐτὸς ποὺ διδάχτηκε τὰ μυστήρια) τὴν ἄβυσσο τῆς σοφίας (τὸν Χριστὸ).

Ὁ δόλιος Ἰούδας, ποὺ πούλησε τὸ ρύστη (τὸ Σωτήρα), ἔγινε αἰχμάλωτος (τοῦ διαβόλου).

Κατὰ τὸ Σολομώντα, εἶναι βαθὺς βόθρος τὸ στόμα τῶν παράνομων Ἑβραίων (ἀπ᾿ αὐτὸ προέρχονται μόνο ἠθικὲς ἀκαθαρσίες).

Στὸ διαστραμμένο δρόμο ποὺ πᾶνε οἱ παράνομοι Ἑβραῖοι, ὑπάρχουν ἀγκάθια μόνο καὶ παγίδες.

Ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει, μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο, μὲ τρόπο ποὺ πρέπει στοὺς νεκρούς, τὸν Κτίστη.

Ζωοδότη Σωτήρα, δόξα στὴ δύναμή σου, ποὺ συνέτριψε τὸν ᾅδη.

Βλέποντάς σε, Λόγε, ξαπλωμένο (νεκρὸ) ἡ πάναγνη Μητέρα σου θρηνοῦσε, ὅπως ἁρμόζει σὲ μητέρες.

Ὤ ἄνοιξη γλυκιά μου, γλυκύτατο παιδί μου, ποὺ κρύφτηκε ἡ ὀμορφιά σου;

Θρῆνο συγκαλοῦσε ἡ πάναγνη Μητέρα σου, ὅταν νεκρώθηκες, Λόγε.

Γυναῖκες μὲ μύρα ἦλθαν γιὰ ν᾿ ἀλείψουν τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ θεῖο μύρο.

Τὸ θάνατο θανατώνεις μὲ θάνατο, ἐσὺ Θεέ μου, μὲ τὴ θεία ἐξουσία σου.

Αὐτὸς ποὺ πλάνεψε (ὁ διάβολος) πλανήθηκε (ἀπὸ τὸν Θεὸ), ὁ δὲ παραπλανηθεὶς (ὁ ἄνθρωπος) λυτρώθηκε μὲ τὸ σχέδιο τῆς σοφίας σου, Θεέ μου.

Στὸν πυθμένα τοῦ ᾅδη ρίχτηκε ὁ προδότης, σὲ λάκκο καταστροφῆς.

Ἀγκάθια καὶ παγίδες οἱ δρόμοι τοῦ ἀθλίου, παράφρονος Ἰούδα.

Οἱ σταυρωτές σου, Λόγε, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, παμβασιλέα, θὰ καταστραφοῦν ὅλοι (μαζὶ μὲ τὸν Ἰούδα).

Σὲ λάκκο καταστροφῆς (στὴν κόλαση) θὰ χαθοῦν ὅλοι οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων (οἱ φονιάδες).

Υἱὲ τοῦ Θεοῦ παμβασιλέα, Θεέ μου, Πλαστουργέ μου, πῶς δέχτηκες τὸ πάθος;

Ἡ δάμαλις (ἡ Παρθένος), βλέποντας τὸ μόσχο (τὸν Υἱό της) κρεμάμενο στὸ ξύλο, θρηνοῦσε ἀπὸ πόνο (ἠχηρὰ).

Ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο κηδεύουν τὸ ζωηφόρο σῶμα (τοῦ Χριστοῦ).

Κραύγαζε ἡ Κόρη (ἡ Παρθένος), θερμὰ χύνουσα δάκρυα, νιώθοντας νὰ τρυπιοῦνται τὰ σπλάγχνα της (ἀπὸ λύπη).

Ὤ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατο παιδί μου, πῶς καλύπτεσαι τώρα στὸν τάφο;

Νὰ μὴ θρηνεῖς, Μητέρα, ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ πάσχω, γιὰ νὰ ἐλευθερώσω (ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα.

Δοξάζω σου, Υἱέ μου, τὴν ἄκρα εὐσπλαγχνία, ἕνεκα τῆς ὁποίας ταῦτα πάσχεις.

Ποτίστηκες μὲ ξύδι καὶ χολή, εὐσπλαγχνικὲ Θεέ μου, καταργώντας τὴν παλαιὰ γεύση (τοῦ καρποῦ τῆς παρακοῆς).

Στερεώθηκες (μὲ καρφιὰ) ἐπάνω σὲ ἰκρίωμα (τὸν σταυρὸ), ἐσύ, ποὺ παλαιὰ σκέπαζες τὸ λαό σου (στὴν ἔρημο) μὲ φωτεινὴ στήλη νεφέλης (καθοδηγώντας τον στὴν περιπλάνησή του).

Οἱ μυροφόρες (γυναῖκες), Σωτήρ μου, ἐλθοῦσαι στὸ μνημεῖο, σοῦ πρόσφεραν ἀρώματα. (τρὶς)

Ἀνάστα (ἐκ τῶν νεκρῶν), εὐσπλαγχνικὲ Κύριε, ἀνασταίνοντας κι ἐμᾶς ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ βάραθρα τοῦ ᾅδη.

Ἀνάστα (ἐκ τῶν νεκρῶν), ἐσὺ ποὺ δίδεις ζωή, χύνουσα δάκρυα, λέγει ἡ τεκοῦσά σε Μητέρα.

Σπεῦσε ν᾿ ἀναστηθεῖς, Λόγε, καταργώντας τὴ λύπη τῆς Μητέρας, ποὺ ἁγνῶς σὲ ἔφερε στὴ ζωὴ (χωρὶς νὰ χάσει τὴν παρθενία της).

Οἱ οὐράνιες δυνάμεις (οἱ ἀγγέλοι) κατεπλάγησαν ἀπὸ φόβο, βλέποντάς σε νεκρό.

Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ πόθο καὶ μὲ φόβο τιμοῦν τὰ ἅγιά σου πάθη, χορήγει ἄφεση πταισμάτων.

Ὤ φρικτὸ καὶ παράδοξο θέαμα, Λόγε τοῦ Θεοῦ! Πῶς ἡ γῆ σὲ σκεπάζει;

Παλαιὰ ὁ Ἰωσὴφ (ὁ Μνήστωρ), Σωτήρα μου, ἔχοντάς σε μαζί του, φεύγει (στὴν Αἴγυπτο) καὶ τώρα ἄλλος σὲ ἐνταφιάζει.

Ἡ πάναγνη Μητέρα σου, Σωτήρα μου, σὲ κλαίει καὶ σὲ θρηνεῖ, νεκρωθέντα.

Οἱ νοερὲς δυνάμεις (οἱ ἄγγελοι) φρίττουν τὴν ταφή σου, τοῦ Κτίστη τῶν ἁπάντων.

Ράντισαν τὸν τάφο οἱ μυροφόρες μύρα, πολὺ πρωὶ ἐλθοῦσαι. (τρὶς)

Εἰρήνη στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ λαό σου σωτηρίαν, δώρησε μὲ τὴν ἀνάστασὴ σου.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ὤ Τριάδα ἁγία, Θεέ μου, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα, ἐλέησε τὸν κόσμο.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Τοὺς δούλους σου, Παρθένε, ἀξίωσε νὰ δοῦνε τὴν ἔγερση τοῦ Υἱοῦ σου.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ὅλες οἱ γενιὲς (τῶν ἀνθρώπων) προσφέρουν, Χριστέ μου, ὕμνο στὴν ταφὴ σου.

Μικρὰ συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν,...

 

Πηγές

fdathanasiou.wordpress.com

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/service_epitaph_translation.htm

 

    Kατεβάστε το άρθρο σε pdf:
     
  •   
  •   

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

  • Default
  • Title
  • Date
  • Random
  • http--2.bp.blogspot.com--RGIVm38THGE-UjMUfRlbjMI-AAAAAAAAAuE-L7zkELE7X7s-s160-268873_196916777129146_615553206_n.jpg
    Ότι είσαι, αυτό βλέπεις, ότι ζητάς, αυτό βρίσκεις. Αν έλθεις στο Άγιον Όρος και ζητάς να βρεις αρετή, θα ψάξεις και θα την ανακαλύψεις. Αν ζητάς σκάνδαλα, θα τα βρεις. Όμως το πραγματικό, το άλλο Άγιον Όρος θ' αγρυπνεί μυστικά και θα υφαίνει την ιστορία του υπόγεια και σιγαλά. Μοναχός
  • http--1.bp.blogspot.com--fKEiMeTzSjQ-UnMDBVCqdLI-AAAAAAAABVI-fC7eWkgRk3g-s1600-cebacf8ccebdcf84cebfceb3cebbcebfcf85.jpg
    «Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά.» Φώτης Κόντογλου
  • http--4.bp.blogspot.com---lml6NfyDuM-UWQDiNd9_pI-AAAAAAAAEk8-hsKqvigKsjw-s379-486718_471505646203662_776525439_n.jpg
  • 646babf42a80cf357c6572d7a5ddee95_230_200.png
  • ac1a91138665d2da02581a4b7bf57f51_230_200.jpg
  • f8f677aa46c05f036960f6330b48767b_230_200.jpg
«
»

Bίος Αγίου Φιλουμένου

Ο ιερομάρτυρας Φιλούμενος μαρτύρησε στο ιστορικό Φρέαρ του Ιακώβ στις 29 Νοεμβρίου του 1979, καθώς τελούσε την ακολουθία του Εσπερινού.

Περισσότερα

Κυπρος η πραγματική αλήθεια για το '74

 Μέρος Α κ'   Μέρος Β'


 

Η μασωνία στην Ελλάδα

Η ΕΒΡΑΙΟΜΑΣΩΝΙΑ ΞΕΣΚΕΠΑΖΕΤΑΙ!

Περισσότερα

Δωρεάν τρόφιμα

Δωρεάν τρόφιμα ,ρούχα και φάρμακα.

Μάθετε που μπορείτε να τα βρείτε.

Κάντε κλικ στην εικόνα